Κυριακή, 20 Μαρτίου 2011

Σεισμογενής ή Σεισμογόνος

Σεισμογόνος (που προκαλεί σεισμούς) και ΟΧΙ Σεισμογενής (που προήλθε από σεισμούς)
Λίγα λόγια για σωστή χρήση της Ελληνικής Γλώσσας (δηλ. της μόνης σχεδόν ταυτότητας που μας απέμεινε), λόγω επικαιρότητας, και για τα πυρηνικά εργοστάσια και για τα τοξικά τέλματα και εγκαταστάσεις από εξόρυξη και μεταλλουργία χρυσού.
Ας τα προσέξουν περισσότερο οι πολιτικοί και οι δημοσιογράφοι (δηλ. οι μεγαλύτεροι κακοποιοί της Ελληνικής γλώσσας). Που οι αθεόφοβοι κλίνουν κιόλας: η σεισμογενή περιοχή, της σεισμογενής περιοχής!!!!!
Τα λήμματα είναι από το Λεξικό Νέας Ελληνικής Γλώσσας. --->>>


-γενής: -γόνος. Τα παράγωγα των δύο αυτών λεξικών επιθημάτων τής Ελληνικής είναι πολλά. Από μερικούς ομιλητές συγχέεται η χρήση τους, ενώ η σημασία τους είναι διαφορετική (ετυμολογικώς είναι ομόρριζα, συνδεόμενα με το γί(γ)νομαι και με άλλα παράγωγα, όπως γέν-ος, γεν-ικός, γένε-σις, γενε-ά, γόν-ος, γον-εύς κ.ά.): το -γενής δηλώνει «αυτόν/αυτό που γίνεται/έγινε, που προκαλείται από κάτι», π.χ. ηφαιστειογενής σεισμός είναι ο σεισμός που προκαλείται από έκρηξη ηφαιστείου, λατινογενείς γλώσσες είναι οι γλώσσες (Ιταλική, Γαλλική, Ισπανική κ.ά.) που προήλθαν από τη Λατινική, πυριγενής (για πετρώματα) αυτός που γίνεται από τη φωτιά, φαρμακογενής (για ασθένεια) αυτός που προέρχεται από φάρμακα· πβ. κ. εκρηξιγενής, σεισμογενής, ψυχογενής, εξωγενής, θεογενής, υστερογενής, ιζηματογενής κ.λπ. Το -γόνος δηλώνει «αυτόν/αυτό που προκαλεί κάτι, που κάνει κάτι»: καρκινογόνες ουσίες είναι αυτές που προκαλούν καρκίνο, δακρυγόνος και ασφυξιογόνος (βόμβες / αέρια) είναι αυτά που προκαλούν αντιστοίχως δάκρυα και ασφυξία· πβ. κ. παθογόνος, ζημιογόνος, παραισθησιογόνος, σιελογόνος, βλεννογόνος κ.λπ. Με άλλα λόγια, το -γόνος έχει ενεργητική σημασία (κάνω), ενώ το -γενής παθητική (γίνομαι).


σεισμογενής - σεισμογόνος. Οι λέξεις διαφέρουν σημασιολογικά, αν και συχνά συγχέονται στη χρήση τους: σεισμογενής είναι αυτός που προέρχεται ή γίνεται από σεισμούς (σεισμογενής ρηγμάτωση τού εδάφους, σεισμογενείς μετατοπίσεις / αλλοιώσεις, σεισμογενή φαινόμενα)· σεισμογόνος είναι αυτός που προκαλεί σεισμούς (σεισμογόνο ρήγμα, σεισμογόνοι παράγοντες). Επομένως, όταν θέλουμε να πούμε για μια περιοχή ότι προκαλεί συχνά σεισμούς, θα πούμε ότι είναι σεισμογόνος περιοχή· αν θέλουμε, αντιθέτως, να πούμε ότι πάσχει από σεισμούς, ότι υφίσταται σεισμούς, θα τη χαρακτηρίσουμε ως σεισμόπληκτη / σεισμοπαθή περιοχή (τα σεισμόπληκτος / σεισμοπαθής σημαίνουν και τον άνθρωπο που έχει υποστεί ζημιές από σεισμούς). Από αυτά προκύπτει ότι πρέπει να αποφύγουμε να πούμε σεισμογενής περιοχή είτε με τη σημασία «περιοχή που προκαλεί σεισμούς» είτε με τη σημασία «περιοχή που υφίσταται σεισμούς».


Γλωσσαμύντωρ και ΑντίΧΡΥΣΟΣ Αναγνώστης

5 σχόλια:

EPAGELMATIAS OIKOLOGOS είπε...

wraio atomo
ti allo 8a akousoume?
haha

Φωκιανός είπε...

Γλωσσαμύντορα, εδώ μιλάνε για "ανθρωπιστική" καταστροφή, θα ξεχωρίσουν το "γόνος" από το "γενής";
Είναι απορίας άξιον η γλωσσική πενία πολλών δημοσιογράφων, καλά κάνεις πάντως και το επισημάνεις, μήπως και διασωθεί κάτι.

Ανώνυμος είπε...

Είναι όπως λέμε "περιβαντολογική μελέτη" από τη λέξη "περιβάντολ"

Ανώνυμος είπε...

Yπάρχει και ο νεολογισμός ΄περιβαλλοντολογικός"!αλλά για μετάφρασέ μας-κι όχι μετέφρασέ μας!-τη λέξη τσουνάμι!πάντως 'των οικοιών ημών εμπιπραμένων εκ του σεισμού-ημείς αναζητώμεν τη σωστή απόδοση της λέξεως!Αραγε οι νεκροί συν-άνθρωποί μας-έστω και τόσο μακρινοί-πώς γράφονται στα γιαπωνέζικα?Διότι στα ελληνικά όλοι αυτοί είναι ένα τηλεοπτικό (υπερ)θέαμα!Ο θάνατος όπως φαίνεται έμπροσθεν του ...κανα-πέως!

Ανώνυμος είπε...

Φυσικά και τσουνάμι είναι το παλιρροϊκό κύμα (και όχι το παλιρροιακό κύμα, δηλ. που προκαλείται από παλίρροια, γιατί η παλοίρροια ως γνωστόν έχει και την άμπωτη).